Wherever there is Hope, there is a future. Part 2 / Όπου υπάρχει Ελπίδα, υπάρχει Μέλλον. Μέρος 2ο
Το ελληνικό κείμενο βρίσκεται κάτω από το αγγλικό!
Gaia made a turn and returned to Base 1, where she took up her duties. No one recognized the woman, but everyone knew who she was. The toughest and finest graduate of the Center. And everyone knew the story of the baptism. Especially herself.
—
After that daring act, Elpida left and went to live in an uncharted area—a cave in the middle of the Mountain. She had always loved Mother Nature and felt more secure among animals than among humans.
She wanted to protect them, and for that, she was the leader of vegetarians and a leading figure in the defense of animals. Thanks to her contribution, the public had begun to raise awareness about the unfair and pointless treatment of animals. Until she was chased for the second time in her life.
And with the baptism came the third time—when she decided to retire, to hide, and to wait...
Riots were frequent in the village, and this situation was not unprecedented for those in charge. The Resistance—or the People of the Sewerage, as they called themselves—was a group of anti-authoritarians who did not accept the turn their lives had taken. They refused to accept the alienation of their land, the change of the village, the banning of their crops. They lived in a network of caves based at the foot of the mountain, developed into a labyrinth that only a select few had the map to.
Stoneman was the leader of the revolution, and he could always find a way to escape on his own from any blockade or attempt at capture.
Greece, once a brilliant country of freedom and democracy, had become a construction site with harsh restrictions and constant darkness. Darkness at night was accompanied by the sound of rain—sometimes soft and sometimes furious, as if Uranus (the sky) wanted to fill the Earth's wells with water, and save the creatures from the next drought that would inevitably follow the rainy season.
And somewhere in the underground caves, the spark of some people was still burning. That’s why the struggle to save the place was still going on.
But Gaia had to suppress the revolution. That was what she was ordered to do. And that was what she began to do. Having a mission to accomplish, she would find them and send them to the Extermination Unit.
And for that, she had to meet Stoneman at the end of the journey—because she knew the mountain trails better than anyone. And despite being gone for years, the mountain route had never faded from her memory.
She was there for a Purpose.
And she would do it tonight.
On her own.
"Chief, where are you going?" the guards (cameras) asked her.
"On a mission. And you’d better not let anyone know."
After five hours of walking through dense vegetation on the impassable paths, Gaia reached a point that seemed like a dead end. She turned on her flashlight and looked for signs. Once upon a time, on these paths, there had been some wooden, handmade signs that showed the right direction to aspiring climbers. But it seemed that no one had passed through in years.
Always calm, but extremely tired from the changes in the weather, she sat on the trunk of an oak tree, closed her eyes, took a deep breath, and fell asleep.
Her dream was alive, intense, and full of images from the Unjust War.
While dreaming—somewhere between sleeping and waking—she smiled. Not for all the bad things people had gone through, but for that little boy, the reason she was there now, back in the place where she was born.
This boy was the only grandson of the Great Powerful—and his only weakness. Nikolai, the angel who gave hope to the desperate soul of little Gaia.
As much as his family tried to teach him the games of power and make him one of them, little Nikolai—about 12 years old after the Great Pandemic—did not follow their plans.
When the Unjust War broke out, he was living in hiding in the shelter his grandfather had built for him—to protect him from himself and his own insane decisions. In that isolation, Nikolai found companionship in books and reading. Locked in a golden cage, he created worlds and made plans against the alienation his grandfather imposed.
Until the day the Great Powerful caught him sabotaging the tree-cutting operations—and, in his rage, imposed on the boy the greatest humiliation a family member could face.
"Nikolai," he growled, with an eerie voice that seemed to come from the bowels of the earth...
"You have shamed the family name, disrupted my plans, and turned against development. I don’t care what drove you to do this—I will not accept any excuse!"
His daughter, the boy’s mother, looked on in horror.
"Father, I'm sure Nikolai didn't know.."
"You stop!" he screamed.
"And I hope you weren’t involved, or you’ll face the same fate."
The boy couldn’t look up. He cried and trembled, but he found the courage to speak.
"Grandpa... this isn't right... What you want to do to the trees, to Nature—it’s destroying everything. The animals are disappearing… I haven’t seen bees in years, and…"
"Shut up! Guards! Finish it. Take him!"
Before he could see his mother one last time, Nikolai was already blindfolded, on the road to the Gray State.
"You are in Sector 3 of the Gray State Training Center. Here, you are all the same. Here, you will be trained for the Right Government. This is your new life. Forget what you knew. Recruits… we begin."
At the sound of the message played by the speakers, a frustrated girl with clenched fists and a blond boy with clenched teeth looked at each other and took a silent oath.
They would never become like the others.
—
"Gaia? Gaia, wake up! The time has come!"
Gaia jolted awake and opened her eyes sharply. She reached for her weapon—but her arms wouldn’t move.
A woman with long white hair looked her in the eyes and smiled at her, tenderly.
"Who are you? What’s happening to me? Where am I?"
"You’ll find out soon, my girl. We’ll untie you and tell you everything," she said, moving toward her.
A guard stopped her.
"Elpida… are you sure?"
"E—Elpida?? Godmother??"
The woman untied her, and Gaia, stunned, fell into her arms.
"I can’t believe I found you… I’ve been waiting for you my whole life."
(To be continued)
Έκανε στροφή και επέστρεψε στη Βάση 1, όπου ανέλαβε τα καθήκοντά της. Κανείς δεν αναγνώρισε τη γυναίκα, αλλά όλοι ήξεραν ποια ήταν. Η πιο σκληρή και λαμπρή απόφοιτη του Κέντρου. Και όλοι ήξεραν την ιστορία της βάπτισης. Ειδικά η ίδια.
—
Μετά από εκείνη την τολμηρή πράξη, η Ελπίδα έφυγε και πήγε να ζήσει σε μια αχαρτογράφητη περιοχή—σε μια σπηλιά στη μέση του Βουνού. Πάντα αγαπούσε τη Μητέρα Φύση και ένιωθε πιο ασφαλής ανάμεσα στα ζώα παρά στους ανθρώπους.
Ήθελε να τα προστατεύσει, και γι’ αυτό ήταν η αρχηγός των χορτοφάγων και ηγετική μορφή στην υπεράσπιση των ζώων. Χάρη στη συμβολή της, το κοινό είχε αρχίσει να ευαισθητοποιείται σχετικά με την άδικη και ανούσια μεταχείριση των ζώων. Μέχρι που κυνηγήθηκε για δεύτερη φορά στη ζωή της.
Και με τη βάπτιση ήρθε η τρίτη φορά—όταν αποφάσισε να αποσυρθεί, να κρυφτεί και να περιμένει...
Οι εξεγέρσεις ήταν συχνές στο χωριό, και αυτή η κατάσταση δεν ήταν πρωτοφανής για εκείνους που είχαν την εξουσία. Η Αντίσταση—ή ο Λαός των Υπονόμων, όπως αυτοαποκαλούνταν—ήταν μια ομάδα αντεξουσιαστών που δεν αποδέχονταν την τροπή που είχε πάρει η ζωή τους. Αρνούνταν την αλλοτρίωση της γης τους, την αλλαγή του χωριού, την απαγόρευση των καλλιεργειών τους. Ζούσαν σε ένα δίκτυο σπηλαίων στη βάση του βουνού, που είχε εξελιχθεί σε λαβύρινθο τον οποίο μόνο λίγοι εκλεκτοί είχαν τον χάρτη να το διαβάσουν.
Ο Πέτρινος ήταν ο αρχηγός της επανάστασης, και πάντα έβρισκε τρόπο να ξεφεύγει μόνος του από κάθε αποκλεισμό ή απόπειρα σύλληψης.
Η Ελλάδα, από μια λαμπρή χώρα ελευθερίας και δημοκρατίας, είχε γίνει εργοτάξιο με σκληρούς περιορισμούς και μόνιμο σκοτάδι. Το σκοτάδι της νύχτας συνοδευόταν από τον ήχο της βροχής—πότε απαλή και πότε λυσσασμένη, σαν να ήθελε ο Ουρανός να γεμίσει τα πηγάδια της Γης με νερό, και να σώσει τα πλάσματα από την επόμενη ξηρασία που θα ερχόταν αναπόφευκτα μετά την εποχή των βροχών.
Και κάπου μέσα στις υπόγειες σπηλιές, η σπίθα κάποιων ανθρώπων ακόμα έκαιγε. Γι’ αυτό ο αγώνας για τη σωτηρία του τόπου συνεχιζόταν.
Αλλά η Γαία έπρεπε να καταστείλει την επανάσταση. Αυτό την είχαν διατάξει να κάνει. Και αυτό ξεκίνησε να κάνει. Είχε μια αποστολή να φέρει εις πέρας: να τους βρει και να τους στείλει στη Μονάδα Εξόντωσης.
Και γι’ αυτό έπρεπε να συναντήσει τον Πέτρινο στο τέλος της διαδρομής—γιατί ήξερε τα μονοπάτια του βουνού καλύτερα από οποιονδήποτε. Και, παρά τα χρόνια απουσίας της, η διαδρομή στο βουνό δεν είχε σβηστεί ποτέ από τη μνήμη της.
Ήταν εκεί για έναν Σκοπό.
Και θα τον εκπλήρωνε απόψε.
Μόνη της.
«Αρχηγέ, πού πάτε;» τη ρώτησαν οι φρουροί—κάμερες.
«Σε αποστολή. Και καλά θα κάνετε να μην το μάθει κανείς.»
Μετά από πέντε ώρες περπάτημα μέσα από πυκνή βλάστηση στα απάτητα μονοπάτια, η Γαία έφτασε σε ένα σημείο που έμοιαζε με αδιέξοδο. Άναψε τον φακό της και έψαξε για σημάδια. Κάποτε, σ’ αυτά τα μονοπάτια, υπήρχαν κάτι ξύλινες, χειροποίητες πινακίδες που έδειχναν τη σωστή κατεύθυνση στους επίδοξους ορειβάτες. Αλλά φαινόταν πως κανείς δεν είχε περάσει από εκεί εδώ και χρόνια.
Πάντα ήρεμη, αλλά εξαντλημένη από τις αλλαγές του καιρού, κάθισε στον κορμό μιας βελανιδιάς, έκλεισε τα μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα και αποκοιμήθηκε.
Το όνειρό της ήταν ζωντανό, έντονο, και γεμάτο εικόνες από τον Άδικο Πόλεμο.
Ενώ ονειρευόταν—κάπου ανάμεσα στον ύπνο και το ξύπνιο—χαμογέλασε. Όχι για όλα τα κακά που είχαν περάσει οι άνθρωποι, αλλά για εκείνο το αγόρι, τον λόγο που ήταν εκεί τώρα, πίσω στον τόπο που είχε γεννηθεί.
Αυτό το αγόρι ήταν το μοναδικό εγγόνι του Μεγάλου Δυνατού—και η μόνη του αδυναμία. Ο Νικολάι, ο άγγελος που έδωσε ελπίδα στην απελπισμένη ψυχή της μικρής Γαίας.
Όσο κι αν η οικογένειά του προσπάθησε να του μάθει τα παιχνίδια εξουσίας και να τον κάνει έναν από αυτούς, ο μικρός Νικολάι—περίπου 12 χρονών μετά τη Μεγάλη Πανδημία—δεν ακολούθησε τα σχέδιά τους.
Όταν ξέσπασε ο Άδικος Πόλεμος, ζούσε κρυμμένος στο καταφύγιο που του είχε φτιάξει ο παππούς του—για να τον προστατέψει από τον ίδιο και τις τρελές του αποφάσεις. Μέσα σ’ εκείνη την απομόνωση, ο Νικολάι βρήκε συντροφιά στα βιβλία και στην ανάγνωση. Κλεισμένος σε ένα χρυσό κλουβί, έπλασε κόσμους και έκανε σχέδια ενάντια στην αποξένωση που του επέβαλε ο παππούς του.
Μέχρι την ημέρα που ο Μεγάλος Δυνατός τον έπιασε να σαμποτάρει την κοπή των δέντρων και, μέσα στην οργή του, του επέβαλε τη μεγαλύτερη ταπείνωση που μπορούσε να ζήσει μέλος της οικογένειας.
«Νικολάι», γρύλισε με μια ανατριχιαστική φωνή που έμοιαζε να έβγαινε από τα σπλάχνα της γης...
«Ντρόπιασες το όνομα της οικογένειας, χάλασες τα σχέδιά μου και στράφηκες ενάντια στην ανάπτυξη. Δεν με νοιάζει τι σε ώθησε να το κάνεις αυτό. Δεν πρόκειται να δεχτώ καμία δικαιολογία!»
Η κόρη του, η μητέρα του αγοριού, τον κοίταξε με τρόμο.
«Πατέρα, είμαι σίγουρη ότι ο Νικολάι δεν ήξερε…»
« Εσύ σταμάτα!» φώναξε.
«Και ελπίζω να μην είχες κι εσύ ανάμειξη, γιατί θα έχεις την ίδια μοίρα.»
Το αγόρι δεν μπορούσε να σηκώσει το βλέμμα του. Έκλαιγε και έτρεμε, αλλά βρήκε το κουράγιο να μιλήσει.
«Παππού... αυτό δεν είναι σωστό... Αυτό που θέλεις να κάνεις στα δέντρα, στη Φύση—τα καταστρέφεις όλα. Τα ζώα εξαφανίζονται... Δεν έχω δει μέλισσες εδώ και χρόνια, και...»
«Σκάσε! Φρουροί! Τελειώστε το. Πάρτε τον!»
Πριν προλάβει να δει τη μητέρα του για τελευταία φορά, ο Νικολάι ήταν ήδη με δεμένα μάτια, στον δρόμο για τη Γκρίζα Πολιτεία.
«Βρίσκεστε στον Τομέα 3 του Κέντρου Εκπαίδευσης της Γκρίζας Πολιτείας. Εδώ είστε όλοι ίδιοι. Εδώ θα εκπαιδευτείτε για τη Σωστή Διακυβέρνηση. Αυτή είναι η νέα σας ζωή. Ξεχάστε ό,τι ξέρατε. Νεοσύλλεκτοι… ξεκινάμε.»
Με τον ήχο του μηνύματος από τα μεγάφωνα, ένα κορίτσι με σφιγμένες γροθιές και ένα ξανθό αγόρι με σφιγμένα δόντια κοιτάχτηκαν και έδωσαν έναν σιωπηλό όρκο.
Ποτέ δεν θα γίνονταν σαν τους άλλους.
—
«Γαία; Γαία, ξύπνα! Ήρθε η ώρα!»
Η Γαία πετάχτηκε και άνοιξε τα μάτια της απότομα. Πήγε να τραβήξει το όπλο της αλλά τα χέρια της δεν κουνιόντουσαν.
Μια γυναίκα με μακριά λευκά μαλλιά την κοίταξε στα μάτια και της χαμογέλασε τρυφερά.
«Ποια είσαι; Τι μου συμβαίνει; Πού βρίσκομαι;»
«Θα τα μάθεις σύντομα, κορίτσι μου. Θα σε λύσουμε και θα τα πούμε όλα!» είπε και έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
Ένας φρουρός τη σταμάτησε.
«Ελπίδα… είσαι σίγουρη;»
«Ε—Ελπίδα;; Νονά;;»
Η γυναίκα την έλυσε και η Γαία, ζαλισμένη, έπεσε στην αγκαλιά της.
«Δεν το πιστεύω ότι σε βρήκα… Σε περίμενα μια ζωή.»
(Συνεχίζεται)



Good writing, understand and feel happy to enjoy it.